Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Διεκδικήσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς σε έναν συντηρητικό αλλά όχι “χαμένο” Δήμο των νοτίων προαστείων της Αθήνας



Σκέψεις και πρώτα θέματα, διεκδικήσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς μετά τον αγώνα στις δημοτικές εκλογές, σε έναν συντηρητικό αλλά όχι “χαμένο” Δήμο των νοτίων προαστείων της Αθήνας.

Του Σπύρου Πετρίτη, Θεατρολόγου και εκπαιδευτικού,
Υπ. Δρ Τμήματος Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ.

Βρισκόμαστε αρκετό καιρό πλέον μετά τις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις και ως συμμετέχων στο ψηφοδέλτιο που παρουσίασε η δημοτική Ριζοσπαστική Αριστερή Κίνηση του Π.Φαλήρου θα ήθελα να μοιραστώ με το αναγνωστικό κοινό του παρόντος προσωπικού ιστολογίου ορισμένες σκέψεις που αφορούν στην τοπική αυτοδιοίκηση στα νότια προάστεια της Αθήνας εν γένει, αλλά και τον πολιτισμό ως το “κερασάκι στην τούρτα”, που όμως ως συνήθως αντιμετωπίζεται με απίστευτη προχειρότητα που τα τελευταία χρόνια ένεκα της κρίσης έχει ξεπεράσει κάθε όριο ανοχής. Πρώτο μέλημά μου θα είναι η προώθηση του πολιτισμού ως απάντηση και αντίδοτο στη ναζιστική πρόκληση στον Δήμο μας, όπου πέρυσι έπρεπε να έχουμε και παρ’ ολίγον θύμα, μαθητή γυμνασίου της Αμφιθέας, για να κάνει την πιο ανώδυνη πολιτικά δήλωση ο τέως και νυν Δήμαρχός μας, άσχετα αν στο δικαστήριο, η πρόσφατη απόφαση του οποίου ήταν μια αρκετά μεγάλη νίκη στον αντιφασιστικό αγώνα, αποκαλύφθηκαν τα πλείστα όσα για την διασύνδεση του δράστη αλλά κι ενός συνταξιούχου πλέον εκπαιδευτικού στο εν λόγω σχολείο, με την φασιστική και εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής.
Το καίριο ερώτημα δεν είναι τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά ώστε να τα πάει καλύτερα στο εκλογικό αποτέλεσμα η ριζοσπαστική αριστερά είτε συνολικά στην χώρα μας είτε στον Δήμο Π.Φαλήρου συγκεκριμένα. Το ερώτημα είναι: Ξεκινώντας από το επίπεδο του οποιουδήποτε Δήμου, όπου δυστυχώς είδαμε όλοι να παίζεται εκ νέου γενικότερα το ίδιο άθλιο μικροπολιτικό παιχνίδι που μας βρίσκει αντίθετους, μπορούμε άμεσα να σταματήσουμε την εσωστρέφειά μας χωρίς όμως να χάσουμε την ιδεολογία μας, τον τρόπο σκέψης και την αναστοχαστική διάθεση, τις μεταξύ μας συζητήσεις και συνδιασκέψεις; Μπορούμε να βγούμε και να μιλήσουμε για τα προβλήματα των δημοτών χωρίς να αναμένουμε την επόμενη προεκλογική περίοδο; Μπορούμε να ενισχύσουμε τις πρωτοβουλίες πολιτών ανά γειτονιά χωρίς να θεωρηθεί ότι το κάνουμε με πατερναλιστική διάθεση, παρά αντίθετα να φανεί πως επιθυμούμε να συμμετέχουμε σε μια ζύμωση ιδεών που να προωθεί μία άλλη πολιτική κουλτούρα που θέλει τον κόσμο σκεπτόμενο και όχι πρόβατο επί σφαγή στον βωμό των μεγάλων και διεθνών ιδιωτικών συμφερόντων που υπηρετούν η απονομιμοποιημένη στην συνείδηση του προοδευτικού τουλάχιστον κόσμου συγκυβέρνηση της Ε.Ε., του ΔΝΤ και της τυπικά εθνικής μας κυβέρνησης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που δρα ως φερέφωνο των παραπάνω διεθνών οργανισμών; Αν τα κάνουμε όλα αυτά, αν τα προσπαθήσουμε, τότε σίγουρα θα ανεβάσουμε αβίαστα και το εκλογικό μας ποσοστό.
Το θέμα αυτό είναι όμως τεράστιο αλλά και πολύ δύσκολο όταν τα κυρίαρχα αστικά τηλεοπτικά δίκτυα προσπαθούν με “νύχια και με δόντια” να μην βγει κανένα “πρόβατο” από το μαντρί, όταν λασπολογείται ο ΣΥΡΙΖΑ και όλες οι προοδευτικές, αριστερές δυνάμεις, όταν ο αναρχικός χώρος παρουσιάζεται ως μια παρέα από “μπαχαλάκηδες”, περίπου όπως οι χούλιγκαν που “τα σπάνε” όταν χάνει η ομάδα τους, ή όταν στον ΣΥΡΙΖΑ συγκεκριμένα ως αξιωματική αντιπολίτευση δίνεται ελάχιστος τηλεοπτικός χρόνος με πολλές αντίθετες φωνές να ακούγονται παράλληλα, να διακόπτουν με άθλιο τρόπο, να περνούν από το ένα θέμα στο άλλο χωρίς κανένα ουσιαστικό επιχείρημα και για να συσκοτίσουν το τοπίο. Ως κάτοικος και δημότης του Π.Φαλήρου και συμμετέχοντας από την προεκλογική περίοδο που πέρασε στην Ριζοσπαστική Αριστερή Κίνηση στον Δήμο αυτό με επί κεφαλής τον Κώστα Μερκουράκη, επιπλέον έχοντας ιδιαίτερη ευαισθησία στα οικολογικά θέματα από την οπτική της ριζοσπαστικής αριστεράς, έχω πάρα πολλούς λόγους λοιπόν να επιθυμώ αυτή την “απεξάρτηση” των συνειδήσεων από αυτό το ευρύτερο σύστημα που ξεκινώντας από τα μεγάλα διεθνή οικονομικά συμφέροντα και περνώντας από την εθνική μας κυβέρνηση-μαριονέτα καταλήγει στο δήθεν μεγαλοαστικό life style των παραλιακών κέντρων που προωθείται στην ουσία ως μια άλλη πολιτική άποψη από την TV. Από αυτή την άποψη θέλω να επιστήσω την προσοχή όλων, μηδενός εξαιρουμένου, καθώς τους επόμενους μήνες θα πρέπει να δώσουμε όλοι μαζί μία μεγάλη μάχη για να παραμείνει το φυσικό αγαθό της θάλασσας του παράκτιου αττικού μετώπου προσβάσιμο από όλους μας για ελεύθερη, δημόσια χρήση. Παράλληλα όμως, υπάρχουν και άλλα πολλά θέματα που “τρέχουν” και η αλήθεια είναι πως, όπως και οι Δήμοι και το κράτος γενικότερα δεν διακόπτουν την λειτουργία τους κατά τους θερινούς μήνες, έτσι κι εμείς δεν θα πρέπει να ανακόψουμε την αγωνιστικότητά μας, παρά αντίθετα να αγωνιστούμε ίσως και περισσότερο από τον χειμώνα και να προσφέρουμε το έργο το οποίο μας έχουν εμπιστευτεί οι συνδημότες μας.
Ένα από αυτά τα θέματα λοιπόν, είναι η εδώ και πολλά χρόνια σε κάποιους Δήμους (με προεξάρχοντα ίσως αυτόν του Π.Φαλήρου), και προοδευτικά σε όλο και περισσότερους, ανάθεση σε ιδιωτικές εταιρείες –πρόσφατα εναλλακτικά και ΜΚΟ- του έργου της θερινής δημιουργικής απασχόλησης (μαθήματα-φύλαξη) νηπίων και παιδιών ηλικίας δημοτικού σχολείου της περιφέρειας του εκάστοτε Δήμου στις σχολικές μονάδες των Δήμων αυτών. Λίγο πριν λήξει το αμέσως προηγούμενο σχολικό έτος κι ενώ σκεφτόμουν τι να γράψω στο κείμενο αυτό, είδα σε περίοπτο σημείο στη συμβολή των Λεωφόρων Αμφιθέας και Αγίας Βαρβάρας στο Π.Φάληρο, αναρτημένη αφίσα που πληροφορούσε με τις ελάχιστες δυνατές λεπτομέρειες τους γονείς των μικρών αυτών μαθητών για την δυνατότητα εγγραφής τους σε αυτό το θερινό πρόγραμμα. Τι συμβαίνει όμως ακριβώς; Γιατί αποκρύπτονται από τους γονείς και γενικότερα τους δημότες οι πραγματικές συνθήκες εργασίας και ποιό είναι το ιστορικό; Αρχικά αυτό το έργο το υλοποιούσαν κανονικά πολλοί Δήμοι, που χωρίς παρέμβαση από ιδιώτες και ακολουθώντας το παράδειγμα του Υπουργείου Παιδείας που καθιέρωσε το Ολοήμερο Σχολείο, απευθύνοντάς το κυρίως σε παιδιά εργαζόμενων και καλύπτοντας έτσι κοινωνικές ανάγκες, προέβαιναν (ή και ακόμη προβαίνουν ορισμένοι που δεν προβαίνουν σε ανάθεση έργου σε εταιρείες) σε προσλήψεις εκπαιδευτικού κυρίως προσωπικού με ολιγόμηνες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Όλα αυτά όμως έγιναν σύντομα παρελθόν, καθώς το καθεστώς του “ενοικιαζόμενου” εργαζόμενου καλά κρατεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια και στον τομέα των ΟΤΑ, ο οποίος ήταν ούτως ή άλλως προβληματικός και προ μνημονίων και “κρίσης”, όταν κατά τα άλλα ζούσαμε στην δήθεν ευημερούσα οικονομία της πλαστής ευμάρειας. Όταν έγινε η δολοφονική επίθεση στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, λίγοι ήξεραν ή ανέφεραν πως με το ίδιο ακριβώς καθεστώς απασχολούνταν στους Δήμους εκπαιδευτικό προσωπικό κατά το καλοκαίρι και το θέμα είναι ελάχιστα γνωστό ακόμη και σήμερα, ανάμεσα στους συνδικαλιστές της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Πρόσφατα όμως, με τα κοινωφελή προγράμματα άρχισαν να εισέρχονται στην εκπαίδευση και να απασχολούνται κατά τον χειμώνα στα σχολεία με πεντάμηνες συμβάσεις και άθλιες αποδοχές, σχεδόν ανύπαρκτα δικαιώματα, και άλλοι εργαζόμενοι, πχ τραπεζοκόμοι, φύλακες, ψυχολόγοι, ένα γεγονός που θα είχε αποφευχθεί ίσως αν είχε γίνει αντιληπτό το κακό προηγούμενο φαινόμενο, ή τουλάχιστον θα είχαν απασχοληθεί αυτοί οι εργαζόμενοι υπό καλύτερους όρους.
            Μια ματιά λοιπόν στο καθεστώς του προγράμματος στους Δήμους κατά τους θερινούς μήνες, που ήδη εφαρμόζεται: Η απευθείας και εν κρυπτώ ανάθεση σε εταιρείες, ως επί το πλείστον, οι άθλιες συνθήκες εργασίας, εν τέλει η αδυναμία ή μάλλον άρνηση παρέμβασης και ελέγχου των υπηρεσιών του εκάστοτε Δήμου στο θέμα του προσωπικού όπου τελικά ανατίθεται η φύλαξη και η απασχόληση των νηπίων και των παιδιών των κατοίκων  που αναγκάζονται να εργαστούν και κατά τους θερινούς μήνες και αδυνατούν να καλύψουν τις οικονομικές απαιτήσεις ιδιωτικών χώρων, η γενικότερη προχειρότητα αντιμετώπισης ενός τόσο ευαίσθητου θέματος και της ανάγκης που υπάρχει στην κοινωνία, καθιστούν αναγκαία την δραστηριοποίηση και αλληλοενημέτωση ενός δικτύου δημοτικών παρατάξεων και κινήσεων πολιτών προκειμένου εμείς οι ίδιοι, ο λαός, να ασκήσουμε τον απαραίτητο έλεγχο, να προστατέψουμε τα δικαιώματα των εργαζομένων αλλά και των ίδιων των γονέων και φυσικά των παιδιών τους και να διαπιστώσουμε τις τυχόν υπάρχουσες αυθαιρεσίες στις αναθέσεις με γνώμωνα το δημόσιο οικονομικό και όχι μόνο συμφέρον. Διαφορετικά, λαμβάνοντας υπ’όψη την ολομέτωπη επίθεση που δέχεται ο δημόσιος τομέας, το κοινωνικό κράτος και ιδίως οι ΟΤΑ και οι δομές υγείας, πρόνοιας και της τυπικής εκπαίδευσης, σε συνδυασμό με αυτό το κακό προηγούμενο μοντέλο απευθείας ανάθεσης δημόσιου έργου σε εταιρείες με πλήρη αδιαφάνεια στην διαδικασία της ανάθεσης και εξευτελιστικούς όρους εργασίας, με τις ευλογίες του ελληνικού κράτους και της κεντρικής ή περιφερειακής/δημοτικής εξουσίας, το μέλλον όλων μας διαγράφεται ζοφερό.