Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Λίγα λόγια για το λαϊκό παραμύθι.


Αναδημοσιεύονται παρακάτω λίγα λόγια για το λαϊκό παραμύθι που γράφτηκαν με σκοπό να βάλουν τους αμύητους μαθητές σε αυτό το μαγικό κλίμα, επ’ ευκαιρία της παράστασης του Ολοήµερου Τµήµατος της Ε’ Τάξης του 2ου Δηµοτικού Σχολείου Κορυδαλλού που προετοιµάστηκε στο πλαίσιο του µαθήµατος της Θεατρικής Αγωγής και παρουσιάστηκε στους µαθητές και το εκπαιδευτικό προσωπικό του σχολείου κατά τις τελευταίες εβδοµάδες λειτουργίας του σχολείου για το σχολικό έτος 2003-04. Σκεφτόμουν από καιρό να τα αναδημοσιεύσω αλλά την οριστική απόφαση την πήρα όταν πριν από λίγες μέρες ένας μαθητής της Γ’ Τάξης του Δημοτικού Σχολείου όπου διδάσκω κατά το τρέχον έτος το ίδιο μάθημα, μου έκανε επίμονα την ερώτηση γιατί κυκλοφορούν διάφορες εκδοχές του ίδιου παραμυθιού, χωρίς ωστόσο να θεωρείται μία ως η μοναδική σωστή… 

Θέµα της παράστασης που παρουσιάστηκε ήταν η δραµατοποίηση των ελληνικών λαϊκών παραµυθιών «βρεµένα είναι ή ξερά;»1 και «κάποτε ριζώνουν και τα λόγια»2, τα οποία περιλαµβάνονται και σε σχολικά εγχειρίδια3
Τι είναι όµως λαϊκά παραµύθια και ποια η διαφορά τους από τα άλλα; Πώς λέγονται τα άλλα παραµύθια; Λαϊκά παραµύθια είναι τα παραµύθια εκείνα που δεν γράφτηκαν από κάποιο λογοτέχνη σε βιβλίο, όπως π.χ. ο Άντερσεν έγραψε το λόγιο (ή αλλιώς λογοτεχνικό) παραµύθι του Ασχηµόπαπο, αλλά διαδόθηκαν από στόµα σε αυτί και από αυτί σε στόµα. Οι ρίζες των παραµυθιών αυτών χάνονται στα βάθη των αιώνων, κανείς δεν γνωρίζει ποιος ήταν αυτός που τα σκέφτηκε πρώτος ούτε ποια ήταν η πρωταρχική τους εκδοχή. Άλλωστε σώζονται τόσες διαφορετικές εκδοχές τους, και σε τόσα διαφορετικά µέρη, που δεν µπορούµε καν να βρούµε από ποιο µέρος ξεκίνησαν. Χαρακτηριστικό είναι το «κάποτε ριζώνουν και τα λόγια», το οποίο συνδέεται φανερά µε το µύθο του Μίδα, και του οποίου σώζονται τουλάχιστον τέσσερις εκδοχές, από τη Ζάκυνθο, τον Πόντο, την Ήπειρο και τη Θράκη4
Πώς σώθηκαν όµως; Ίσως οι παππούδες µας να µπορούν να µας εξηγήσουν αυτό καλύτερα, ιδιαίτερα αν πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια στην επαρχία. Τα παλιά χρόνια, όταν δεν υπήρχε το ραδιόφωνο, ούτε βέβαια η τηλεόραση, οι άνθρωποι, µικροί και µεγάλοι, ψυχαγωγούνταν µε τα παραµύθια. Μαζευόταν το βράδυ όλη η οικογένεια στο σπίτι, το χειµώνα µπροστά από το τζάκι, το καλοκαίρι αλλού, και ο παραµυθάς της οικογένειας έλεγε, χωρίς βέβαια να τα διαβάζει, παραµύθια. Όταν µάλιστα ένας παραµυθάς ήξερε πολλά παραµύθια και κατείχε την τέχνη της αφήγησης, µαζευόταν πολύς κόσµος στο σπίτι του και αφήνονταν όλοι στη γοητεία του παραµυθιού. Το περίεργο ήταν ότι όχι µόνο ο παραµυθάς ποτέ δεν ξεχνούσε το παραµύθι, αλλά επίσης αυτοσχεδίαζε, γι’ αυτό ποτέ δεν το κατέστρεφε, αλλά πάντα έφτιαχνε µία καινούρια εκδοχή. 
Όλα τα παραµύθια ήταν και για τους µεγάλους και για τους µικρούς; Όχι. Υπήρχαν κάποια παραµύθια τα οποία τα έλεγαν οι µεγάλοι µεταξύ τους, αφού είχαν βάλει τα παιδιά να κοιµηθούν. Τα παραµύθια που παρουσιάστηκαν δεν ανήκουν βέβαια σε είδη από αυτά που δεν θεωρούνταν κατάλληλα για παιδιά. Το «βρεµένα είναι ή ξερά;» ανήκει στις ευτράπελες διηγήσεις, ενώ το «κάποτε ριζώνουν και τα λόγια» ανήκει στα µαγικά ή ξωτικά παραµύθια, παρόλο που είναι κι αυτό αρκετά αστείο. 
Υπάρχουν πολλά είδη παραµυθιών; Είναι πολύ διαφορετικά µεταξύ τους; Ναι, είναι πολύ διαφορετικά, όµως έχουν πολλά κοινά στοιχεία, κυρίως το χιούµορ και ένας διδακτικός τόνος χαρακτηρίζει το ελληνικό, τουλάχιστον, λαϊκό παραµύθι. Η σηµασία των λαϊκών παραµυθιών είναι πολύ µεγάλη για όλα τα Έθνη επί Γης, γιατί αφ’ ενός εκφράζουν τη λαϊκή τους σοφία, αφ’ ετέρου τους υπενθυµίζουν την ιδιαίτερη ιστορία του πολιτισµού τους, αλλά και τις επαφές τους µε άλλους πολιτισµούς και ορισµένες πανανθρώπινες αξίες. Γι’ αυτό άλλωστε πριν από τέσσερις περίπου αιώνες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (στη Χώρα µας πολύ πιο πρόσφατα) άρχισαν διάφοροι συγγραφείς να καταγράφουν τα λαϊκά παραµύθια που ακούγονταν, µε σκοπό να τα διασώσουν για πάντα µέσα από τα βιβλία. 
Γιατί όµως ήθελαν να τα διασώσουν; Τα παραµύθια, όπως και οι µύθοι, είναι φανταστικές ιστορίες που ωστόσο κρύβουν µέσα τους µεγάλες αλήθειες. Πολλοί παραµυθάδες έκλειναν τις αφηγήσεις τους λέγοντας: «ήµουνα κι εγώ εκεί», όχι για να πούνε ψέµατα, αλλά ακριβώς για να δείξουν πόσο αληθινά είναι τα παραµύθια, παρόλο που κρύβουν σοφά την αλήθειά τους πίσω από φανταστικές ιστορίες. 
Κάποιος πολύ εύστοχα έγραψε: «Οι µύθοι και τα παραµύθια απαντούν στα αιώνια ερωτήµατα: “Πώς µοιάζει πραγµατικά ο κόσµος; Πώς θα ζήσω εκεί; Τι να κάνω για να είµαι ο εαυτός µου”; Οι µύθοι δίνουν συγκεκριµένες απαντήσεις, ενώ τα παραµύθια κάνουν απλώς υποθέσεις· τα µηνύµατά τους υπαινίσσονται λύσεις, αλλά αυτές οι λύσεις δεν διατυπώνονται ποτέ ξεκάθαρα. Τα παραµύθια αφήνουν τη φαντασία του παιδιού να αποφασίσει αν (και πώς) µπορεί να συµβεί στον εαυτό του αυτό που αποκαλύπτει η ιστορία για τη ζωή και για τη φύση του ανθρώπου»5.

1. Βλ. Ελληνικά παραµύθια. Εκλογή Γ.Α. Μέγα, εικόνες Φώτη Κόντογλου και Ράλλη Κοψίδη. Σειρά πρώτη. ∆έκατη τέταρτη έκδοση. Αθήνα: Εστία 2002. Σελ. 187-[188].
2. Ό.π., εικόνες Ράλλη Κοψίδη. Σειρά δευτέρα. ∆ωδέκατη έκδοση. Αθήνα: Εστία 2003. Σελ. 217.
3. Υπενθυμίζεται ότι το παραπάνω κείμενο γράφτηκε σε παρελθόν σχολικό έτος.
4. Βλ. Ελληνικά παραµύθια. Εκλογή Γ.Α. Μέγα, εικόνες Ράλλη Κοψίδη. Ό.π. Σελ. 238.
5. Βλ. Bettelheim, Bruno: Psychanalyse des contes de fées. Traduit de l’ américain par Théo Carlier. Robert Laffont, Pocket, [1976]. P. 73.

Τις θεατρικές διασκευές των  παραμυθιών που προέκυψαν και επιλογή βιβλιογραφίας για το λαϊκό παραμύθι μπορείτε να δείτε εδώ: http://www.theatroedu.gr/main/images/stories/files/Yliko_Drast/EandT_educ_assort_ImounKiEgoEkei.pdf

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Η ΓΑΖΑ ΕΙΝΑΙ… Μαθήματα επιβίωσης.



Μετά την παράσταση «Το όνομά μου είναι Rachel Corrie»,
η ομάδα Familia και η Μάνια Παπαδημητρίου παρουσιάζουν την παράσταση
«Η ΓΑΖΑ ΕΙΝΑΙ…Μαθήματα επιβίωσης»
Μια παραγωγή της ομάδας Νάμα, που παρουσιάστηκε στο θέατρο Επί Κολωνώ με μεγάλη επιτυχία τους προηγούμενους μήνες και μεταφέρεται τώρα στο θέατρο Κνωσός για πρωινές παραστάσεις για σχολεία.

Και είχα προσωπικά τη μεγάλη πράγματι τύχη να παρακολουθήσω την δεύτερη από τις δυο βραδινές παραστάσεις που προηγήθηκαν στο θέατρο Κνωσός. Εκείνη η κρύα νύχτα έγινε πιο ζεστή από τα συγκινητικά λόγια των παιδιών -13 έως 17 ετών- που (επ)έζησαν (από) τους βομβαρδισμούς των Ισραηλινών στη Γάζα από το Δεκέμβριο του 2008 μέχρι τον Ιανουάριο του 2009, όπως μεταφέρθηκαν στη σκηνή για πρώτη φορά σε επαγγελματικό ανέβασμα, σε σκηνοθεσία της έμπειρης Μάνιας Παπαδημητρίου και με τη συμβολή πέντε εξαιρετικών ηθοποιών. Έχοντας και την εμπειρία της παρακολούθησης της παράστασης «Το όνομά μου είναι Rachel Corrie», και σε μια εποχή όμως που η Γάζα δεν είναι πλέον «πρώτη είδηση», θεωρώ πως η επιμονή της Μάνιας Παπαδημητρίου και της ομάδας Familia δεν είναι τυχαία. Είναι οι παραστάσεις αυτές ιστορικές ανταποκρίσεις από το πρόσφατο παρελθόν; Μάλλον όχι αλλά σίγουρα δεν είναι και απλά καλλιτεχνικά γεγονότα που επιθυμούν να μας συγκινήσουν από απόσταση, καθαρά αισθητικά, δεν έχουν σκοπό να μας «τέρψουν». Οι συντελεστές των παραστάσεων αυτών μας δίνουν ένα ζωντανό μάθημα πώς μπορεί το θέατρο να αποτελέσει μέσο κοινωνικής και πολιτικής παρέμβασης χωρίς σε τίποτα να υστερήσει ως καλλιτεχνικό γεγονός. Είμαι σίγουρος ότι το θέατρο αυτό, σε συνδυασμό με το κατάλληλο εκπαιδευτικό υλικό που έχει παραχθεί, μπορεί να βοηθήσει τους μαθητές των ελληνικών σχολείων, που διαπιστώνουν και βιώνουν την βαθιά κρίση και την έκρυθμη κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας που όλος ο κόσμος βλέπει πια, να ελπίσουν σε κάτι καλύτερο αλλά και να δώσουν τις μάχες τους γι’ αυτό, με οδηγό το θέατρο... Γιατί όχι μόνο η θάλασσα, κοινό σημείο αναφοράς δικό μας και των κατοίκων της Γάζας, αλλά και το θέατρο μας βοηθάει να ονειρευόμαστε.

Για περισσότερες πληροφορίες: http://gazaissurvivallessons.blogspot.com/

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Θέατρο και μετανάστευση – μετανάστευση και θέατρο.


Οι μετακινήσεις πληθυσμών ήταν και είναι ένα φαινόμενο άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία του ανθρώπινου είδους. Από τις απαρχές της ιστορίας του, ο άνθρωπος μεταναστεύει, είτε για να ανακαλύψει καινούργιους κόσμους είτε για να βελτιώσει τις συνθήκες της διαβίωσής του. Μικρές ή μεγάλες ομάδες, οικογένειες ή έθνη, ξεριζώνονται από τα μέρη όπου φιλοξενήθηκαν για μικρά ή μεγάλα διαστήματα και μπολιάζονται σε νέα μέρη ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο, σε μια νέα Γη της Επαγγελίας.
Το θέατρο λοιπόν, μια από τις αρχαιότερες και πιο γνήσιες εκφράσεις του ανθρώπινου πνεύματος, δεν θα μπορούσε παρά να εκδηλώνει αυτή την αέναη κίνηση, και την εκδηλώνει με διττό τρόπο. Κατά πρώτο και κύριο λόγο, το θέμα της μετανάστευσης αποτελεί ένα από τα βασικά θέματα σε έργα του παγκόσμιου δραματολογίου ήδη από αρχαιοτάτων χρόνων, π.χ. σε έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Αναρίθμητα τα πρόσωπα των τραγωδιών που τις περισσότερες φορές παρά τη θέλησή τους ξεριζώνονται από τα πάτρια εδάφη και τις πατρογονικές εστίες, εγκαθίστανται σε ένα νέο τόπο κι ενσωματώνονται σε μια νέα –περισσότερο ή λιγότερο- αφιλόξενη κοινότητα, συνήθως έπειτα από μια περίοδο δοκιμασίας. Ιδιαίτερη η περίπτωση της μεταμορφωμένης σε δαμάλα Ιούς, που δεν εγκαθίσταται ποτέ και πουθενά, παρά είναι καταδικασμένη σε ένα αέναο και ανελέητο κυνηγητό από τον Οίστρο.
Αλλά ήδη μιλήσαμε για τον διττό τρόπο κατά τον οποίον η αέναη κίνηση της μετανάστευσης, αυτό το διαρκές φευγιό των πληθυσμών εκδηλώνεται κι εκφράζεται από την τέχνη του θεάτρου. Και είναι αλήθεια ότι ο δεύτερος τρόπος είναι πιο σημαντικός από τον πρώτο: πρόκειται για τις μετακινήσεις των ίδιων των καλλιτεχνών του θεάτρου. Η θεατρική περιοδεία, η μετακίνηση δηλαδή ενός θεατρικού σχήματος προκειμένου να δείξει τη δουλειά του σε πάνω από ένα χώρο ή και τόπο, δεν αποτελούσε πάντα απλώς μια καλλιτεχνική πρακτική με στόχο το οικονομικό όφελος, παρά υπαγορευόταν από την ανάγκη κυριολεκτικής επιβίωσης των πλανόδιων θεατρίνων και του ίδιου του θεάτρου, σε εποχές που το δεύτερο θεωρούνταν επονείδιστο και οι πρώτοι καταδικαστέοι.
Από εκείνες τις εποχές, θα έλεγε κανείς αδαής, πολλά έχουν αλλάξει, οπότε γιατί να ασχοληθούμε με αυτό το θέμα; Ωστόσο, παρά την τεχνολογική εξέλιξη, το θέατρο έχει μείνει ουσιωδώς το ίδιο κι εκφράζει το ίδιο διττά την έννοια της μετανάστευσης. Ειδικά σήμερα, σε μια εποχή διαπολιτισμικότητας και παγκοσμιοποίησης, ένα θεατρολογικό συνέδριο που να προσεγγίζει το θέμα της μετανάστευσης από τις δύο ως άνω απόψεις είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένο, είναι απαραίτητο.
Έτσι, όταν η συνάδελφος Μαρία Κατριβέ, τότε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων (Π.Ε.ΣΥ.Θ.) και νυν –βέβαια- μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Β΄ συνεδρίου του Π.Ε.ΣΥ.Θ., υπέβαλε την πρόταση της διοργάνωσης ενός συνεδρίου με αυτό το θέμα, η πρόταση έμελλε να τύχει της ευρύτατης αποδοχής των μελών του Συλλόγου, και να που ήρθε επί τέλους το πλήρωμα του χρόνου για την πραγματοποίησή του, έπειτα από την περιπέτεια της αναβολής: θα έλεγε κανείς πως ήταν γραφτό του να μεταναστεύσει σε άλλο χρόνο (28-31/3/2012) και σε άλλο, ευτυχώς φιλόξενο, χώρο, το αμφιθέατρο του Ινστιτούτου Γκαίτε στην καρδιά της Αθήνας.
Για περισσότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να ανατρέξουν στην ιστοσελίδα του Π.Ε.ΣΥ.Θ. www.pesyth.gr

Με εκτίμηση,
Πετρίτης Σπύρος,
Πρόεδρος της Ο.Ε. του Συνεδρίου
Αντιπρόεδρος Δ.Σ. Π.Ε.ΣΥ.Θ. 

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.


ΛΥΔΙΑ ΣΑΠΟΥΝΑΚΗ-ΔΡΑΚΑΚΗ
ΜΑΡΙΑ ΛΟΥΙΖΑ ΤΖΟΓΙΑ-ΜΟΑΤΣΟΥ
 Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

Εισαγωγικά σημειώματα: Σπύρος Ευαγγελάτος,
Βίκτωρ Αρδίττης
Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2011
539 σελ. με 46 α/μ εικόνες
ISBN: 978-960-250-483-3 (χαρτόδετο)
978-960-250-484-0 (πανόδετο)
Τιμή χαρτόδετου 40.00 €, τιμή πανόδετου 50.00 €  

Η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ιδρύθηκε το 1930, συγχρόνως με το Εθνικό Θέατρο και αφού είχαν προηγηθεί πολύχρονες, αποσπασματικές και συνήθως αναποτελεσματικές προσπάθειες εκπαίδευσης των ηθοποιών, κυρίως από ιδιώτες. Ως παράρτημα του Θεάτρου συνδέθηκε –και συνδέεται– στενά με την ιστορία της πόλης, δεδομένου ότι αντικατόπτριζε τις αξίες της τοπικής κοινωνίας και του αστικού πολιτισμού.

Από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της η σχολή συμπεριέλαβε στο διδακτικό προσωπικό της σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, οι οποίοι άφησαν πολύτιμο έργο στα θεατρικά δρώμενα του τόπου. Άλλωστε, πολλοί από τους αποφοίτους της υπήρξαν οι κατοπινοί πρωταγωνιστές του Εθνικού αλλά και του ελεύθερου θεάτρου, σκηνοθέτες, θεατρικοί κριτικοί, ενδυματολόγοι, σκηνογράφοι, ηθοποιοί του κινηματογράφου και, αργότερα, της τηλεόρασης. Η εφαρμογή των προγραμμάτων διδασκαλίας της σχολής, σε συνάρτηση με τις στεγαστικές ανάγκες της, αντιμετωπίστηκε κατά περιόδους με διάφορους και συχνά περιπετειώδεις τρόπους.

Μέσα από την ενδελεχή μελέτη των ανέκδοτων πρακτικών των συνεδριάσεων του συλλόγου καθηγητών της σχολής και άλλων πηγών καταγράφεται η εξελικτική πορεία της, διερευνώνται συστηματικά οι μηχανισμοί υλοποίησης της θεατρικής εκπαίδευσης τα τελευταία 80 χρόνια και αποδεικνύεται η διαχρονικότητα των ευρύτερων προβληματισμών σχετικά με την εκπαίδευση των ηθοποιών. Η έρευνα επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε μια σειρά ερωτήματα σχετικά με τη διδακτική προσέγγιση της δραματικής τέχνης. Εφάρμοσε η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου δικές της μεθόδους; Ποιο δόγμα έδινε πνοή στη διδασκαλία; Οι μαθητές ενδιαφέρονταν με τη φοίτηση να αποκτήσουν απλώς τυπικά προσόντα για κοινωνική και επαγγελματική ανέλιξη ή να γίνουν «επαναστάτες της θεατρικής τέχνης»; Κατά πόσο το τρίπτυχο, στο οποίο αναφέρθηκε το 1924 ο Σπύρος Μελάς, «καινούργιο πνεύμα, καινούργια πίστη και καινούργια αντίληψη» επικράτησε διαχρονικά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού; Ποια ήταν δηλαδή η κατεύθυνση της σχολής και ποια η συμβολή της στην επίτευξη των στόχων του Εθνικού Θεάτρου; Τι είδους δραματικές μορφές πίστευαν ότι θα έπρεπε να ενσαρκώσει ο σπουδαστής για να προσεγγίσει αυτόν το σκοπό και ποια έννοια έπρεπε να δοθεί στον δραματικό χαρακτήρα για να επιτευχθεί καλύτερα η ενσάρκωση αυτών των μορφών; Πώς και τι δίδαξε η σχολή, σε ποιο θέατρο επιδίωξε να οδηγήσει, πώς συγκρότησε και κατηύθυνε το ανθρώπινο υλικό και πώς διαχειρίστηκε το άψυχο, δηλαδή την υλικοτεχνική υποδομή;



Η Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έλαβε το διδακτορικό της στην Ιστορία από το πανεπιστήμιο Paris I-Σορβόννη. Είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια της Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας του Αστικού Χώρου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης), όπου διδάσκει ιστορία των πόλεων, αστική γεωγραφία και πολιτιστική πολιτική. Διετέλεσε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας των Ιστορικών των Πόλεων (EAUH) και σήμερα είναι επίτιμο μέλος της. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ιστορία των αστικών πολιτικών και της δημόσιας υγείας και πρόσφατα στην πολιτιστική ιστορία και πολιτική. Έχει συγγράψει βιβλία, έχει επιμεληθεί συλλογικούς τόμους και έχει δημοσιεύσει σημαντικό αριθμό επιστημονικών άρθρων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η Μαρία Λουίζα Τζόγια-Μοάτσου είναι κόρη του Νίκου Τζόγια, πρωταγωνιστή και διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, καθηγητή και διευθυντή της Δραματικής Σχολής του. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, όπου η πτυχιακή εργασία της είχε θέμα τη μελέτη κτιρίου για τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου στην Αθήνα. Εργάστηκε στην τεχνική υπηρεσία του Εθνικού Θεάτρου και συμμετείχε στην ομάδα μελέτης του νέου κτιρίου του Εθνικού Θεάτρου υπό την εποπτεία του καθηγητή Χρήστου Αθανασόπουλου. Εργάζεται ως μελετήτρια αρχιτέκτων στην Αθήνα. Έχει εκπονήσει μελέτες για κατοικίες, κτίρια γραφείων, εμπορικούς χώρους και σχολεία. Παράλληλα συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα και αρθρογραφεί σε αρχιτεκτονικά περιοδικά.