Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Στις “Ρηνούλες” της ζωής μας …



Στις “Ρηνούλες” της ζωής μου, αλλά και σε όλους τους αγαπημένους μου φίλους και τις φίλες, αφιερώσω το παρόν άρθρο, με την ελπίδα να ευαισθητοποιηθούμε όλοι λίγο περισσότερο σε θέματα ψυχικής υγείας, αλλά και να ενισχυθούν οι άνθρωποι που πραγματικά πάσχουν όχι από την έλλειψη αγάπης από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον τους ή από το ενδιαφέρον των ειδικών, αλλά από την αναλγησία του κράτους που δεν ενισχύει ούτε τις δομές ψυχικής υγείας, ούτε την παιδεία και τον πνευματικό πολιτισμό και την καλλιτεχνική έκφραση, που θα ήταν το καλύτερο αντίδοτο σε όλη αυτή την βαρβαρότητα που όλοι βιώνουμε και που σχεδόν μας απαγορεύεται να την κατονομάσουμε.

Κατά μία έννοια, κατά έναν μαγικό ίσως τρόπο, που στην πραγματικότητα θα ήταν πολύ καλύτερο να είναι ένας εφιάλτης, μία μπόρα που θα περάσει, αυτό που όλοι μας ζούμε σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αποκάλυψη της γυμνής πραγματικότητας, του γυμνού Αυτοκράτορα που χρειάζεται οπωσδήποτε να βρει καινούργια ρούχα αλλά όχι τα πολυφορεμένα, κατά το “ανάπτυξη”, “αλλαγή”, “πρόοδος”. Το μέγα θέμα που τις περισσότερες φορές μας διαφεύγει είναι: Τι σημαίνει για εμάς ο όρος “ανάπτυξη”; Και αλλαγή προς τι; Προς την ιδιωτικοποίηση της παιδείας και της υγείας, προς την κατάργηση ή μάλλον καταβαράθρωση του κράτους πρόνοιας, ή προς την κατεύθυνση της πλήρους διάλυσης της κρατικής μηχανής και προς πειράματα όπως αυτά που αυτή την στιγμή γίνονται σε Αφρικανικές χώρες, όπως η Σομαλία; Η ελληνική γλώσσα είναι πολύ πλούσια, όμως πέραν της λογοτεχνίας, γραπτής ή και προφορικής, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να εκφράσει τα πάντα καθώς εν αρχή ην ο λόγος, ο οποίος βοηθάει βέβαια και ως μια λογική οργάνωση του κόσμου αλλά και ολόκληρου του σύμπαντος σε έναν πολιτισμό (και όχι σε όλο τον κόσμο, ας θυμηθούμε τους Ινδιάνους που προσπαθούν ακόμη να περισώσουν ό,τι μπορούν από τη ζούγκλα του Αμαζονίου, ή τον πολιτισμό των Ρομά στην Ελλάδα και σε όλες τις άλλες χώρες όπου διαβιούν και που έχουν άλλες ιστορίες να αφηγούνται για την κοσμογονία), η πράξη όμως, η τέχνη του θεάτρου με τις τελετουργικές του καταβολές και την ψυχαγωγική αλλά και ψυχοθεραπευτική του λειτουργία, είναι η “εμπειρία της φωτιάς”, όπως είχε γράψει ο μεγάλος Άγγελος Τερζάκης προλογίζοντας το βιβλίο του Αλέξη Μινωτή “Αφιέρωμα στην Τραγική μούσα”.
Ωστόσο, οι ήρωες των μυθιστορημάτων, αλλά και των θεατρικών έργων και παραστάσεων είναι πολύ απλά “χάρτινες υπάρξεις”, όπως είχε πει και ο Ρολάν Μπαρτ, υπάρξεις που κατόπιν επενδύονται συναισθηματικά από τον κάθε αναγνώστη ή θεατή, αλλά πάντα πρέπει να ακολουθεί μία απλή, φιλική συζήτηση με την παρέα του για να ολοκληρωθεί ίσως η επενέργεια του καλού και ποιοτικού θεάτρου στην παρέα των θεατών, αν και υπάρχουν και κάποιοι θεατές ιδιαίτεροι, όπου συγκαταλέγονται και οι θεατρολόγοι, πτυχιούχοι των πανεπιστημιακών Τμημάτων Θεατρικών Σπουδών και Θεάτρου (όπως και ο υποφαινόμενος), οι οποίοι ενίοτε χάνουν την αισθητική απόλαυση ενός θεατρικού κειμένου ή και παράστασης ή αγνοούν/παραβλέπουν το τι πραγματικά βίωσαν προκειμένου να καλυφθούν ως μια “Αυθεντία”, έστω ένας ακόμη “Δάσκαλος”. Θα ήταν μεγάλο λάθος αν δεν ανέφερα πόσο σημαντική ήταν για εμένα προσωπικά αυτή η παράσταση, ως έναν ευαισθητοποιημένο θεατή, έχοντας λοιπόν τις δικές μου εμπειρίες στις αποσκευές μου, αλλά και το δικό μου θεωρητικό οπλοστάσιο, θεωρώ κατά πρώτο λόγο ότι δεν είναι καθόλου λάθος το θέσφατο περί του “θανάτου του συγγραφέα” του Ρολάν Μπαρτ, καθώς το προσωπικό δράμα του συγγραφέα είναι ο μύθος του Πυγμαλίωνα, ουδέποτε ένας Ποιητής δεν μπορεί να προβλέψει επακριβώς την ερμηνεία ενός ποιήματος, αν όμως κάνει το “λάθος” να εμπιστευτεί το έργο του σε κάποιον άλλο θα πρέπει μάλλον να είναι πιο ανεκτικός απέναντι στην διαφορετικότητα της ερμηνείας, ό,τι και αν ακολουθήσει θα είναι η επικοινωνία αλλά απλά όλοι ξέρουμε πόσο μπορεί αυτό να μας πληγώσει.
 Έχοντας υπ’όψη ακόμη το γνωστό, μάλλον, σε όλους τους θεατρικούς κύκλους ρητό του σκηνοθέτη, ακαδημαϊκού και δικού μου Δασκάλου Σπύρου Ευαγγελάτου, όπου αναφέρει περίπου το ίδιο πράγμα, ότι δηλαδή ένας σύγχρονος σκηνοθέτης –εγώ θα έλεγα όσο και αν σέβομαι τον Δάσκαλο, ένα “δαιμόνιο”, δημιουργικό μυαλό- μπορεί να φτιάξει μια παράσταση από τον τηλεφωνικό κατάλογο, τολμώ να πω πως το κοινό μυστικό είναι ότι στην περίπτωση της παράστασης στον main θεατρικό χώρο του Bios με αφορμή την νουβέλα του “καταραμένου”, αλλά και ευλογημένου, θα έλεγα εγώ με το μεγάλο, ξεχωριστό συγγραφικό ταλέντο Ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Κάπου περνούσε μια φωνή, το έργο δεν ήταν παρά μία αφορμή, όπως πιστεύω ακράδαντα πως θα πρέπει να γίνεται γενικά όταν κανείς επιλέγει να δραματοποιήσει ένα μη δραματικό κείμενο, είναι απολύτως λογικό κάποιος “γυαλάκιας” για να καλυφθεί πίσω από ένα στερεότυπο που μάλλον τον βολεύει να μιλήσει για κάτι που τοποθετείται στο Επέκεινα ενώ οι τραγωδίες, οι Ρηνούλες είναι ανάμεσά μας και σε μια κοινωνία όχι μονάχα καπιταλιστική, αλλά και απάνθρωπη, μια κοινωνία όπου ο φασισμός είναι παρών ήδη και διαφεντεύει τις ζωές μας, δεν μας αφήνει να μιλήσουμε από καρδιάς ακόμα και στους ανθρώπους που αγαπάμε, μια κοινωνία όπου η γενιά του Beverly Hills High, του εκδοτικού συγκροτήματος-φούσκα Κωστόπουλου και του MTV μπορεί κυριολεκτικά σήμερα να είναι άστεγη, άνεργη και φυσικά ανασφάλιστη, αλλά δεν είναι ακόμα καθόλου Επαναστατημένη κατά το πρότυπο τουλάχιστον ενός Αλμπέρ Καμύ ή ακόμη και του “Επαναστάτη χωρίς αιτία”, του αιώνια έφηβου, απλώς θα πρέπει συμβολικά, έστω, να καεί και να λαμπαδιάσει ώστε να αναγεννηθεί από τις στάχτες της, αφού ούτως ή άλλως κατά τον Νίτσε «πρέπει να υπάρχει χάος για να δημιουργηθεί ένα αστέρι”.
Κλείνοντας, θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αναφορά, μια αφιέρωση στην θεατρική μου παρέα, τα πρώην “Χταποδάκια”, αυτές τις τρεις, περαστικές φωνές μέσα από τους ρόλους τους στο θέατρο αλλά και την ζωή, που με έχουν συγκινήσει και προσωπικά με την πίστη, την αφοσίωσή τους σε μια πανάρχαια, πανίσχυρη αλλά και δύσκολη, απαιτητική σίγουρα τέχνη, την οποία προσπαθώ κι εγώ να υπηρετήσω όπως μπορώ μέσα σε συνθήκες πραγματικά αντίξοες και όπου ο πνευματικός πολιτισμός βάλλεται πια και ευθέως, ακόμη και σε επίπεδο καλλιτεχνικής ελευθερίας αν θυμηθούμε τα περυσινά επεισόδεια στο Χυτήριο. Ευχή μου είναι αυτή η κατάθεση ψυχής των νέων ηθοποιών, αυτή η εκτόνωση ακόμα και του θυμού, που πάρα πολλές φορές μας χρησιμεύει σε αυτό τον τόσο αφιλόξενο για τους καλλιτέχνες κόσμο, να βρίσκει πάντα την αναγνώριση που της αξίζει, και ιδίως αν πρόκειται για ομάδες που θέλουν να φέρουν το καινούργιο, που πειραματίζονται, κάνουν θέατρο για την ψυχή τους πρωτίστως, όπως έκανε άλλοτε ο Κάρολος Κουν, έστω σε συνεργασία με έμπειρους συναδέλφους θεατρολόγους, όπως είναι η Παναγιώτα Κωνσταντινάκου, ή η αδελφή της Κατερίνα, που συνεργάζονται χρόνια με την Σοφία Βγενοπούλου στο εφηβικό θέατρο, παλεύουν όμως και για την δημόσια και δωρεάν παιδεία με τον τρόπο τους γιατί την υπηρετούν με μοναδικό μεράκι που μέχρι στιγμής μπορεί να λείπει σε όλους μας εν μέρει αλλά σίγουρα, κάποτε σε ένα τραπέζι, σε μια φιλική παρέα όλοι μας με όλους τους φίλους μας θα τα βρούμε γιατί πολύ απλά πρέπει να υπάρχει το κουτί της Πανδώρας. Το τελευταίο και πιο σημαντικό, που η Ρηνούλα έχασε, ήταν η ελπίδα.