Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Λίγα λόγια για το λαϊκό παραμύθι.


Αναδημοσιεύονται παρακάτω λίγα λόγια για το λαϊκό παραμύθι που γράφτηκαν με σκοπό να βάλουν τους αμύητους μαθητές σε αυτό το μαγικό κλίμα, επ’ ευκαιρία της παράστασης του Ολοήµερου Τµήµατος της Ε’ Τάξης του 2ου Δηµοτικού Σχολείου Κορυδαλλού που προετοιµάστηκε στο πλαίσιο του µαθήµατος της Θεατρικής Αγωγής και παρουσιάστηκε στους µαθητές και το εκπαιδευτικό προσωπικό του σχολείου κατά τις τελευταίες εβδοµάδες λειτουργίας του σχολείου για το σχολικό έτος 2003-04. Σκεφτόμουν από καιρό να τα αναδημοσιεύσω αλλά την οριστική απόφαση την πήρα όταν πριν από λίγες μέρες ένας μαθητής της Γ’ Τάξης του Δημοτικού Σχολείου όπου διδάσκω κατά το τρέχον έτος το ίδιο μάθημα, μου έκανε επίμονα την ερώτηση γιατί κυκλοφορούν διάφορες εκδοχές του ίδιου παραμυθιού, χωρίς ωστόσο να θεωρείται μία ως η μοναδική σωστή… 

Θέµα της παράστασης που παρουσιάστηκε ήταν η δραµατοποίηση των ελληνικών λαϊκών παραµυθιών «βρεµένα είναι ή ξερά;»1 και «κάποτε ριζώνουν και τα λόγια»2, τα οποία περιλαµβάνονται και σε σχολικά εγχειρίδια3
Τι είναι όµως λαϊκά παραµύθια και ποια η διαφορά τους από τα άλλα; Πώς λέγονται τα άλλα παραµύθια; Λαϊκά παραµύθια είναι τα παραµύθια εκείνα που δεν γράφτηκαν από κάποιο λογοτέχνη σε βιβλίο, όπως π.χ. ο Άντερσεν έγραψε το λόγιο (ή αλλιώς λογοτεχνικό) παραµύθι του Ασχηµόπαπο, αλλά διαδόθηκαν από στόµα σε αυτί και από αυτί σε στόµα. Οι ρίζες των παραµυθιών αυτών χάνονται στα βάθη των αιώνων, κανείς δεν γνωρίζει ποιος ήταν αυτός που τα σκέφτηκε πρώτος ούτε ποια ήταν η πρωταρχική τους εκδοχή. Άλλωστε σώζονται τόσες διαφορετικές εκδοχές τους, και σε τόσα διαφορετικά µέρη, που δεν µπορούµε καν να βρούµε από ποιο µέρος ξεκίνησαν. Χαρακτηριστικό είναι το «κάποτε ριζώνουν και τα λόγια», το οποίο συνδέεται φανερά µε το µύθο του Μίδα, και του οποίου σώζονται τουλάχιστον τέσσερις εκδοχές, από τη Ζάκυνθο, τον Πόντο, την Ήπειρο και τη Θράκη4
Πώς σώθηκαν όµως; Ίσως οι παππούδες µας να µπορούν να µας εξηγήσουν αυτό καλύτερα, ιδιαίτερα αν πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια στην επαρχία. Τα παλιά χρόνια, όταν δεν υπήρχε το ραδιόφωνο, ούτε βέβαια η τηλεόραση, οι άνθρωποι, µικροί και µεγάλοι, ψυχαγωγούνταν µε τα παραµύθια. Μαζευόταν το βράδυ όλη η οικογένεια στο σπίτι, το χειµώνα µπροστά από το τζάκι, το καλοκαίρι αλλού, και ο παραµυθάς της οικογένειας έλεγε, χωρίς βέβαια να τα διαβάζει, παραµύθια. Όταν µάλιστα ένας παραµυθάς ήξερε πολλά παραµύθια και κατείχε την τέχνη της αφήγησης, µαζευόταν πολύς κόσµος στο σπίτι του και αφήνονταν όλοι στη γοητεία του παραµυθιού. Το περίεργο ήταν ότι όχι µόνο ο παραµυθάς ποτέ δεν ξεχνούσε το παραµύθι, αλλά επίσης αυτοσχεδίαζε, γι’ αυτό ποτέ δεν το κατέστρεφε, αλλά πάντα έφτιαχνε µία καινούρια εκδοχή. 
Όλα τα παραµύθια ήταν και για τους µεγάλους και για τους µικρούς; Όχι. Υπήρχαν κάποια παραµύθια τα οποία τα έλεγαν οι µεγάλοι µεταξύ τους, αφού είχαν βάλει τα παιδιά να κοιµηθούν. Τα παραµύθια που παρουσιάστηκαν δεν ανήκουν βέβαια σε είδη από αυτά που δεν θεωρούνταν κατάλληλα για παιδιά. Το «βρεµένα είναι ή ξερά;» ανήκει στις ευτράπελες διηγήσεις, ενώ το «κάποτε ριζώνουν και τα λόγια» ανήκει στα µαγικά ή ξωτικά παραµύθια, παρόλο που είναι κι αυτό αρκετά αστείο. 
Υπάρχουν πολλά είδη παραµυθιών; Είναι πολύ διαφορετικά µεταξύ τους; Ναι, είναι πολύ διαφορετικά, όµως έχουν πολλά κοινά στοιχεία, κυρίως το χιούµορ και ένας διδακτικός τόνος χαρακτηρίζει το ελληνικό, τουλάχιστον, λαϊκό παραµύθι. Η σηµασία των λαϊκών παραµυθιών είναι πολύ µεγάλη για όλα τα Έθνη επί Γης, γιατί αφ’ ενός εκφράζουν τη λαϊκή τους σοφία, αφ’ ετέρου τους υπενθυµίζουν την ιδιαίτερη ιστορία του πολιτισµού τους, αλλά και τις επαφές τους µε άλλους πολιτισµούς και ορισµένες πανανθρώπινες αξίες. Γι’ αυτό άλλωστε πριν από τέσσερις περίπου αιώνες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (στη Χώρα µας πολύ πιο πρόσφατα) άρχισαν διάφοροι συγγραφείς να καταγράφουν τα λαϊκά παραµύθια που ακούγονταν, µε σκοπό να τα διασώσουν για πάντα µέσα από τα βιβλία. 
Γιατί όµως ήθελαν να τα διασώσουν; Τα παραµύθια, όπως και οι µύθοι, είναι φανταστικές ιστορίες που ωστόσο κρύβουν µέσα τους µεγάλες αλήθειες. Πολλοί παραµυθάδες έκλειναν τις αφηγήσεις τους λέγοντας: «ήµουνα κι εγώ εκεί», όχι για να πούνε ψέµατα, αλλά ακριβώς για να δείξουν πόσο αληθινά είναι τα παραµύθια, παρόλο που κρύβουν σοφά την αλήθειά τους πίσω από φανταστικές ιστορίες. 
Κάποιος πολύ εύστοχα έγραψε: «Οι µύθοι και τα παραµύθια απαντούν στα αιώνια ερωτήµατα: “Πώς µοιάζει πραγµατικά ο κόσµος; Πώς θα ζήσω εκεί; Τι να κάνω για να είµαι ο εαυτός µου”; Οι µύθοι δίνουν συγκεκριµένες απαντήσεις, ενώ τα παραµύθια κάνουν απλώς υποθέσεις· τα µηνύµατά τους υπαινίσσονται λύσεις, αλλά αυτές οι λύσεις δεν διατυπώνονται ποτέ ξεκάθαρα. Τα παραµύθια αφήνουν τη φαντασία του παιδιού να αποφασίσει αν (και πώς) µπορεί να συµβεί στον εαυτό του αυτό που αποκαλύπτει η ιστορία για τη ζωή και για τη φύση του ανθρώπου»5.

1. Βλ. Ελληνικά παραµύθια. Εκλογή Γ.Α. Μέγα, εικόνες Φώτη Κόντογλου και Ράλλη Κοψίδη. Σειρά πρώτη. ∆έκατη τέταρτη έκδοση. Αθήνα: Εστία 2002. Σελ. 187-[188].
2. Ό.π., εικόνες Ράλλη Κοψίδη. Σειρά δευτέρα. ∆ωδέκατη έκδοση. Αθήνα: Εστία 2003. Σελ. 217.
3. Υπενθυμίζεται ότι το παραπάνω κείμενο γράφτηκε σε παρελθόν σχολικό έτος.
4. Βλ. Ελληνικά παραµύθια. Εκλογή Γ.Α. Μέγα, εικόνες Ράλλη Κοψίδη. Ό.π. Σελ. 238.
5. Βλ. Bettelheim, Bruno: Psychanalyse des contes de fées. Traduit de l’ américain par Théo Carlier. Robert Laffont, Pocket, [1976]. P. 73.

Τις θεατρικές διασκευές των  παραμυθιών που προέκυψαν και επιλογή βιβλιογραφίας για το λαϊκό παραμύθι μπορείτε να δείτε εδώ: http://www.theatroedu.gr/main/images/stories/files/Yliko_Drast/EandT_educ_assort_ImounKiEgoEkei.pdf